Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διαθεματική προσέγγιση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διαθεματική προσέγγιση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 2 Φεβρουαρίου 2018

Ποσειδωνία η πόλη του νερού

Πώς θα ήταν η πόλη της Αθήνας,αν στη διαμάχη μεταξύ των δυο θεών τελικά νικητής έβγαινε ο Ποσειδώνας; Πώς θα ονομαζόταν;Πώς θα ήταν αυτή η πόλη;Ποιο θα ήταν το έπαθλο στους αγώνες;Πώς θα φωτίζονταν οι δρόμοι; Πως θα μαγείρευαν χωρίς λάδι; Αυτά και άλλα τόσα διηγούνται τα παιδιά, σε μια προσπάθεια να να μάθουμε να γράφουμε κείμενα με παραγράφους, να μάθουμε να δουλεύουμε ομαδικά,να δημιουργήσουμε και να διασκεδάσουμε.


Poseidonia
( Μπορείτε να φτιάξετε τα δικά σας κόμικ στην σελίδα http://www.toondoo.com/createToon.do)






Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2016

Ποιο το χρώμα της αγάπης;




Ποιο το χρώμα της αγάπης
ποιος θα μου το βρει;

Να `ναι κόκκινο σαν ήλιος
θα καίει σαν φωτιά.
Κίτρινο σαν το φεγγάρι
θα `χει μοναξιά.

Να `χει τ’ ουρανού το χρώμα
θα `ναι μακριά.
Να `ναι μαύρο σαν τη νύχτα
θα `ναι πονηρή.

Ποιο το χρώμα της αγάπης
ποιος θα μου το βρει;

Να `ναι άσπρο συννεφάκι
φεύγει και περνά.
Να `ναι άσπρο γιασεμάκι
στον ανθό χαλά.
Να `ναι άσπρο γιασεμάκι
στον ανθό χαλά.

Να `ναι το ουράνιο τόξο
που δεν πιάνεται
Όλο φαίνεται πως φτάνω
κι όλο χάνεται.
Όλο φαίνεται πως φτάνω
κι όλο χάνεται.

Ποιο το χρώμα της αγάπης
ποιος θα μου το βρει

Αφού ακούσαμε το τραγούδι, κάθε παιδί ζωγράφισε όποιο στίχο του τραγουδιού μιλάει για το πραγματικό χρώμα της αγάπης.














Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2016

Πινεζοβροχή (κινούμενο σχέδιο)




Μετά την επεξεργασία του κειμένου, τα παιδιά δημιούργησαν την δική τους εναλλακτική πολιτεία και βροχή : Κουταλοβροχή στην Παγωτοχώρα, Πιρουνοβροχή στην Τηγανοπατατοχώρα ή στην Μακαρονοχώρα, ...











Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2016

Η περίφημη βροχή του Πιομπίνο

Η περίφημη βροχή του Πιομπίνο
Μια φορά στο Πιομπίνο έβρεξε κουφέτα. Πέφταν κάτω σαν χοντροί κόκκοι χαλάζι, αλλά ήταν όλα τα χρώματα: πράσινα, τριανταφυλλιά, βυσσινιά και μπλε. Ένα παιδάκι έβαλε στο στόμα του έναν κόκκο πράσινο, έτσι για δοκιμή, και είδε ότι είχε γεύση μέντας. Ένα άλλο δοκίμασε έναν κόκκο τριανταφυλλή και έμοιαζε φράουλα.

-Είναι κουφέτα! Είναι κουφέτα!

Και να σου όλοι στους δρόμους να γεμίζουν μ’ αυτά τις τσέπες τους. Αλλά δεν προλάβαιναν να τα μαζέψουν, γιατί έπεφταν πυκνά πυκνά.

Η βροχή κράτησε λίγο, αλλά άφησε τους δρόμους σκεπασμένους μ’ ένα χαλί από μυρωδάτα κουφέτα που έτριζαν κάτω από τα πόδια. Οι μαθητές, γυρνώντας απ’ το σχολείο, βρήκαν ακόμα αρκετά για να γεμίσουν τις τσάντες τους. Οι γριούλες είχαν φτιάξει τι ωραία μπογαλάκια με τα κεφαλομάντιλά τους.

Ήταν μια εξαιρετική μέρα.

Ακόμα και τώρα, πολύς κόσμος περιμένει να βρέξει ο ουρανός κουφέτα, αλλά εκείνο το σύννεφο δεν ξαναπέρασε πια ούτε απ’ το Πιομπίνο ούτε απ’ το Τορίνο, κι ίσως να μην περάσει ποτέ πια από πουθενά.

ΤΖΙΑΝΙ ΡΟΝΤΑΡΙ (μετ. ΝΑΣΑ ΜΠΑΜΠΑΚΟΥ)

(Από το Ανθολόγιο Φθινοπωρινό για παιδιά προσχολικής ηλικίας, εκδόσεις Καστανιώτη,  επιλογή κειμένων και επιμέλεια Β.Δ. Αναγνωστόπουλος και Τασούλα Δ. Τσιλιμένη)

Πηγή:http://enakeimenomiaeikona.blogspot.gr

Μετά την επεξεργασία της ιστορίας τα παιδιά ζωγράφισαν κι αυτά την δική του φανταστική και ονειρεμένη βροχή. Αλλοι επιθυμούν μια βροχή από ντόνατς, από λουλούδια, από σοκολάτες, από πατατάκια,... ότι βάζει ο νους!


Κυριακή 1 Ιουνίου 2014

Ο ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ ΓΟΡΓΟΝΑΣ





Ο Αλέξανδρος ο Βασιλιάς, σαν πολέμησε και πήρε όλα τα βασίλεια του κόσμου και τον έτρεμε όλη η γη κι η οικουμένη, κάλεσε τους μάγους και τους ρώτησε:
- Πείτε μου εσείς που κατέχετε της μοίρας τα γραμμένα, τι μπορώ να κάνω για να ζήσω πολλά χρόνια, να χαρώ τον κόσμο που τον έκανα όλον δικό μου;
- Βασιλιά μου πολυχρονεμένε, η δύναμή σου είναι πολλή μα όσα έχει γράψει η μοίρα δεν μπορούν να ξεγραφτούν. Ένα μόνο πράγμα είναι που μπορεί να σε κάνει να χαρείς τα βασίλεια και τη δόξα σου. Μα είναι δύσκολο, πολύ δύσκολο.
- Δεν σας ρωτώ αν είναι δύσκολο, μόνο ποιο είναι;
- Ε, τότε Βασιλιά μου, στους ορισμούς σου, είναι το Αθάνατο νερό που όποιος το πιει, θάνατο δεν φοβάται. Μα όποιος πάει για να το πάρει, πρέπει να περάσει ανάμεσα από δυο βουνά που χτυπά το ένα πάνω στο άλλο ασταμάτητα κι ούτε πουλί πετούμενο δεν προλαβαίνει να περάσει. Άμα περάσεις τα δυο βουνά, είναι ένας δράκος ακοίμητος και φυλάει το Αθάνατο νερό. Σκοτώνεις το δράκο και το παίρνεις.

Ευθύς ο Αλέξανδρος προστάζει και του φέρνουνε το άλογό του το Βουκεφάλα που φτερά δεν είχε και σαν πουλί πέταγε. Καβαλικεύει και ξεκινά. Περνά τα δυο βουνά, σκότωσε τον ακοίμητο δράκο και πήρε το γυαλί που χε το Αθάνατο Νερό. Μα έλα που όταν γύρισε στο παλάτι, δεν το φύλαξε καλά! Το βλέπει η Αδελφή του και χωρίς να ξέρει τι είναι, το χύνει. Και κατά τύχη χύθηκε πάνω σε μια αγριοκρεμμύδα και γι' αυτό από τότε οι αγριοκρεμμύδες δεν ξεραίνονται ποτέ. Μετά από ώρα πάει ο Αλέξανδρος να πιει το νερό, μα που 'ν' το; Ρωτά την Αδελφή του κι αυτή του λέει πως δεν ήξερε τι ήταν και το έχυσε! Τρελάθηκε από το θυμό και τη στεναχώρια του και την καταράστηκε να γίνει από τη μέση και κάτω ψάρι και να βασανίζεται. Ο Θεός τ' άκουσε και από τότε, όσοι γυρίζουνε με τα καράβια, τη βλέπουνε και παραδέρνεται μέσα στα κύματα. Ωστόσο τον Αλέξανδρο δεν τον μισεί κι όταν δει καράβι το αρπάζει από την πλώρη και ρωτάει:
- Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;
Κι αν ο καραβοκύρης δε ξέρει και απαντήσει:
- Απέθανε…
Τότε η κόρη από τη μεγάλη της λύπη ταράζει με τα χέρια και με τα ξέπλεκα ξανθά μαλλιά της τη θάλασσα και πνίγει το καράβι. Όσοι όμως ξέρουνε, απαντούν:
- Ζει και βασιλεύει και τον κόσμο κυριεύει…
Και τότε η γοργόνα από τη χαρά της παύει τους ανέμους και τα κύματα και παίζει τη λύρα της και τραγουδάει γλυκά τραγούδια και απ' αυτή μαθαίνουν οι ναύτες τους καινούριους σκοπούς.

Κάπως έτσι τα παιδιά απέδωσαν με τη μορφή κομιξ τον μύθο










Τετάρτη 21 Μαΐου 2014

Το γαϊτανάκι- Ζώρζ Σαρή


Μια φορά, δεν πάει καιρός, ζούσε σ’ ένα μικρό χωριό, κάπου εδώ κοντά, ένας άνθρωπος πολύ σοφός και πολύ γέρος. Η πλάτη του ήταν σκυφτή, τόσο σκυφτή, που η άσπρη του γενειάδα άγγιζε τη γη. Είχε διαβάσει τα βιβλία όλου του κόσμου και είχε μάθει τις γλώσσες όλων των ανθρώπων. Ζούσε απόμερα, σ’ ένα μικρό σπιτάκι, ολομόναχος. Στον κήπο του φύτρωναν κι άνθιζαν όλων των λογιών τα λουλούδια: τριαντάφυλλα, τουλίπες, μαργαρίτες, κυκλάμινα, ζουμπούλια κι όμορφα κατακόκκινα γαρίφαλα.
  Οι συχωριανοί του πολύ τον αγαπούσαν κι όλοι τον φώναζαν: ο κυρ Νικόλας ο Γαρίφαλος. Κάποιο δειλινό, όταν ο ήλιος καλησπέριζε τη νύχτα που σκαρφάλωνε πίσω από το βουνό, τρία κοριτσάκια πέρασαν μπροστά από τον κήπο του κυρ Νικόλα, τραγουδώντας τούτο το όμορφο τραγούδι:

  Αν όλα τα παιδιά της γης
  πιάναν γερά τα χέρια
  κορίτσια αγόρια στη σειρά
  και στήνανε χορό
  ο κύκλος θα γινότανε
  πολύ πολύ μεγάλος
  κι ολόκληρη τη Γη μας
  θ’ αγκάλιαζε θαρρώ.

Ο γερο-σοφός, κείνη την ώρα, πότιζε τα λουλούδια του. Σήκωσε το κεφάλι και χαμογέλασε στα παιδιά. Το γέρικο ρυτιδιασμένο χέρι του τους έγνεψε φιλικά.
  – Καλησπέρα, κυρ Νικόλα, του φώναξαν τα κοριτσάκια, και χάθηκαν στη στροφή του δρόμου.
  Όταν τέλειωσε το πότισμα, ο κυρ Νικόλας μπήκε στο σπίτι του και κάθισε στο γραφείο του. Μια στοίβα χοντρά βιβλία τον περίμενε. Έπρεπε να τα διαβάσει… Τι παράξενο όμως, εκείνο το βράδυ, όσο κι αν πάσχιζε να συγκεντρωθεί, δεν τα κατάφερνε. Ο λογισμός του έτρεχε αλλού: στα τρία κοριτσάκια, στο τραγούδι τους.
  Χρόνια τώρα ζούσε ευτυχισμένος με τα βιβλία του, τα λουλούδια του, ολομόναχος, και ξάφνου η μοναξιά τού φάνηκε αβάσταχτη. Κατάλαβε πως η ζωή του έφτανε στο τέρμα της, νοστάλγησε τα νιάτα του.
  Ήταν πολύ λυπημένος εκείνο το βράδυ ο καλός κυρ Νικόλας. Κουνούσε το χιονισμένο του κεφάλι και μιλούσε δυνατά: «Είμαι μόνος, κανένας δεν μπορεί να με βοηθήσει, κανέναν δεν μπορώ να βοηθήσω με τις χίλιες γνώσεις μου. Είμαι άχρηστος. Ας ήμουν τουλάχιστο νέος, ας είχα τη δύναμη να ξανάρχιζα τη ζωή μου, θα μπορούσα…»
  Μονομιάς το πρόσωπο του κυρ Νικόλα φωτίστηκε. Σηκώθηκε από την πολυθρόνα κι άρχισε να χώνει βιαστικά κι ανάκατα μέσα σε μια βαλίτσα τα πράματά του. Λίγα ρούχα, το χτένι του, το σαπούνι, ένα ζευγάρι μάλλινες κάλτσες, τις παντόφλες του…
  Την άλλη μέρα το πρωί, οι χωριανές, ανοίγοντας τα παραθυρόφυλλά τους, είδανε ξαφνιασμένες τον κυρ Νικόλα, που ποτέ δεν είχε βγει τόσο νωρίς, να κατευθύνεται προς το σταθμό του τρένου.
  «Πού να πηγαίνει ο γερο-Γαρίφαλός μας;» αναρωτήθηκαν.
  Ο σταθμάρχης τον χαιρέτησε με σεβασμό και τον βοήθησε ν’ ανέβει στο βαγόνι. Ακούστηκε ένα σφύριγμα, η ατμομηχανή ξεφύσηξε δυνατά, κι οι τεράστιες ρόδες άρχισαν να κυλάνε πάνω στις σιδερένιες ράγες. Ώρες πολλές, τσαφ-τσουφ-τσαφ-τσουφ, και το τρένο έφτασε στη μεγάλη πόλη με τους πολλούς ανθρώπους και τα πολλά αυτοκίνητα. Ο γερο-σοφός σάστισε, ζαλίστηκε από τη φασαρία και την κίνηση, αλλά δεν κοντοστάθηκε. Τράβηξε κατευθείαν για το σπίτι του ξακουσμένου γιατρού Ξανανιώνη. Καθόταν στο γραφείο του, φορώντας την κάτασπρη μπλούζα του. Ήτανε νέος και όμορφος.
  – Γιατρέ, του είπε αμέσως ο κυρ Νικόλας, δεν είμαι άρρωστος. Είμαι γέρος, πολύ γέρος. Έρχομαι σε σας για να μου δώσετε τα χάπια «Νεοζίλ», που δίνουν ξανά νιάτα και δύναμη. Θέλω να εξαφανιστούν οι ρυτίδες μου, θέλω το κορμί μου να γίνει εικοσάχρονο.
  Ο γιατρός έσμιξε τα φρύδια.
  – Αυτά τα χάπια είναι σπάνια και κοστίζουν ακριβά. Έχετε τόσα πολλά χρήματα για να τ’ αγοράσετε;
  – Γιατρέ μου, είμαι απένταρος, κι όμως τα θέλω. Θα σας εξηγήσω αμέσως γιατί τα θέλω. Χτες το βράδυ, έτσι ξαφνικά, μια θαυμαστή Ιδέα γεννήθηκε στο μυαλό μου. Η Γη μας είναι στρογγυλή με 40.000 χιλιόμετρα περιφέρεια. Κάπου τρία δισεκατομμύρια άνθρωποι την κατοικούν. Έκανα ένα μικρό, απλό υπολογισμό: Αν όλοι οι νέοι όλου του κόσμου, αγόρια και κορίτσια, δώσουν τα χέρια μιαν ορισμένη μέρα, σε μιαν ορισμένη στιγμή, μπορούν να φτιάξουν ένα γαϊτανάκι γύρω από τη Γη, κι όλοι μαζί, αγαπημένοι, να τραγουδήσουν και να χορέψουν. Πρέπει να γίνω νέος και δυνατός. Θα κάνω το γύρο του κόσμου και θα μιλήσω σ’ όλους για την Ιδέα μου και είμαι σίγουρος πως θα την καταλάβουν και θα τη δεχτούν.
  Ο γιατρός άκουσε προσεχτικά το γερο-Νικόλα, ύστερα σηκώθηκε, άνοιξε μια μεγάλη ντουλάπα γεμάτη γιατρικά κι έβγαλε ένα μικρό κουτί.
  – Ορίστε, του είπε, σας χαρίζω τα «Νεοζίλ». Η Ιδέα σας μου αρέσει. Πάει τόσος καιρός που δεν τραγούδησα, δε χόρεψα. Πολλοί οι άρρωστοι, πολλές οι έγνοιες. Την ημέρα που θα γίνει το γαϊτανάκι, ειδοποιήστε με, θα ’θελα κι εγώ να μπω μες στο χορό.
  Ο κυρ Νικόλας, κρατώντας σφιχτά το πολύτιμο κουτί, ευχαρίστησε τον καλό γιατρό και βγήκε στους δρόμους της πολύβουης πόλης. Ένιωθε χαρούμενος και του φαινόταν πως όλοι οι περαστικοί τού χαμογελούσαν καλοκάγαθα, λες και μάντευαν τις φωτεινές σκέψεις του.
  Μπήκε σ’ ένα ξενοδοχείο, ζήτησε να του δώσουν ένα δωμάτιο και, πριν ξαπλώσει, κατάπιε τρία χάπια, πίνοντας ένα μεγάλο ποτήρι νερό, κι αποκοιμήθηκε…
  Την άλλη μέρα ξύπνησε από τα χαράματα. Ένιωσε καλοδιάθετος, θέλησε να χαϊδέψει τα γένια του. Το χέρι του όμως άγγιξε ένα δροσερό μάγουλο.
  Πήδηξε μεμιάς από το κρεβάτι και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Τι μεταμόρφωση! Ήταν νέος κι όμορφος. Του ήρθε να φωνάξει από χαρά.
  Σήκωσε με το χέρι μια καρέκλα, πήδηξε πάνω στο τραπέζι, σβέλτα ξανακατέβηκε, έδωσε μερικές μπουνιές στον αέρα. Ήταν νέος και δυνατός, τι τον ένοιαζαν τα εκατό του χρόνια!

[ Ο κυρ Νικόλας ταξίδεψε σε πολλά μέρη και αντάμωσε ανθρώπους από όλες τις φυλές της γης. Οι πιο πολλοί τον δέχτηκαν με χαρά και υποσχέθηκαν να πάρουν μέρος στο χορό σα θά ’ρθει η ώρα. Βρήκε όμως και σκληρούς ανθρώπους, που του φέρθηκαν άσχημα. Ένας μάλιστα κακός αρχηγός μιας μεγάλης χώρας τον έκλεισε δεκαπέντε μέρες στη φυλακή, γιατί τον νόμισε επικίνδυνο για την ησυχία της χώρας του. ]

  Όταν βγήκε ο κυρ Νικόλας από τη φυλακή, βιάστηκε να κερδίσει το χαμένο καιρό. Δούλεψε σκληρά για να βγάλει τα χρήματα που χρειάζονταν για όλα τα τηλεγραφήματα που έστειλε σε όλον τον κόσμο για να αναγγείλει τη μέρα και την ώρα που θα γινόταν το γαϊτανάκι.
  Παντού έστειλε μηνύματα, στις άκριες της σφαίρας.
  «Θα χορέψουμε και θα τραγουδήσουμε όλοι μαζί, στοπ. Την πρώτη μέρα της Άνοιξης, στοπ. Δώστε τα χέρια, στοπ.»
  Δεν ξέχασε κανέναν, ούτε κι αυτούς που του είχαν πετάξει πέτρες. Ποιος ξέρει, ίσως την τελευταία στιγμή να μετάνιωναν και νά ’διναν κι αυτοί το χέρι.
  Επιτέλους έφτασε η πρώτη μέρα της Άνοιξης! Η Γη στολισμένη την περίμενε. Τα λουλούδια είχανε ντυθεί με χίλια χρώματα και τα πουλιά τραγουδούσανε τα πιο όμορφα τραγούδια τους. Ο ουρανός ήταν ασυννέφιαστος κι ο ήλιος έλαμπε μ’ όλη τη δύναμή του, φωτίζοντας τις ομορφιές της πλάσης.
  Με μια κίνηση, κορίτσια κι αγόρια απ’ όλες τις χώρες, απ’ όλες τις φυλές, δώσανε τα χέρια κι άρχισαν να χορεύουν τραγουδώντας:

  Αν όλα τα παιδιά της γης
  πιάναν γερά τα χέρια
  κορίτσια αγόρια στη σειρά
  και στήνανε χορό
  ο κύκλος θα γινότανε
  πολύ πολύ μεγάλος
  κι ολόκληρη τη Γη μας
  θ’ αγκάλιαζε θαρρώ.

Ο Νικόλας κοιτούσε με μάτια θαμπωμένα από τα δάκρυα. Χιλιάδες νέοι περνούσαν μπροστά του. Τους είχε συναντήσει στα ταξίδια του. Γαλανομάτηδες με ξανθά μαλλιά, μελαχρινοί με μαύρα μάτια, νέγροι με κάτασπρα δόντια, Κινεζούλες με τραβηγμένα μάτια, ερυθρόδερμοι με πολύχρωμα φτερά δίνανε τα χέρια σ’ αυτό το γαϊτανάκι που αγκάλιαζε τη Γη. Τους άκουγε να τραγουδάνε, να μιλάνε, να γελάνε και να φωνάζουν. Ο Γιόχαν έσφιγγε το χέρι του Γιάννη και έλεγε: «Πόσο κουτοί ήμασταν να μη μιλάμε ο ένας στον άλλον. Μοιάζεις του αδελφού μου». Ο Γιάννης έλεγε: «Δε θα είμαι πια μόνος τα βράδια του χειμώνα, θα κάνουμε παρέα και θα λέμε ιστορίες».
  Οι φωνές των νέων ήταν τόσο δυνατές που γκρέμισαν τους τοίχους όλων των φυλακών και οι φυλακισμένοι ξεχύθηκαν λεύτεροι και πιάσαν το χορό και το τραγούδι με τους άλλους νέους της Γης.

  Αν όλα τα παιδιά της γης
  πιάναν γερά τα χέρια
  κορίτσια αγόρια στη σειρά
  και στήνανε χορό
  ο κύκλος θα γινότανε
  πολύ πολύ μεγάλος
  κι ολόκληρη τη Γη μας
  θ’ αγκάλιαζε θαρρώ.

  Αν όλα τα παιδιά της γης
  φωνάζαν τους μεγάλους
  κι αφήναν τα γραφεία τους
  και μπαίναν στο χορό
  ο κύκλος θα γινότανε
  ακόμα πιο μεγάλος
  και δυο φορές τη Γη μας
  θ’ αγκάλιαζε θαρρώ.

  Θα ’ρχόνταν τότε τα πουλιά
  θα ’ρχόνταν τα λουλούδια
  θα ’ρχότανε κι η άνοιξη
  να μπει μες στο χορό
  κι ο κύκλος θα γινότανε
  ακόμα πιο μεγάλος
  και τρεις φορές τη Γη μας
  θ’ αγκάλιαζε θαρρώ!

(από το βιβλίο: Aνθολόγιο για τα παιδιά του Δημοτικού, μέρος πρώτο, Oργανισμός Eκδόσεως Διδακτικών Bιβλίων, 1975) 
 Πηγή: http://www.snhell.gr






Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2014

Αλκυονίδες ημέρες



Η Αλκυόνη (Alcedo atthis) είναι αναμφίβολα ένα πολύ εντυπωσιακό πουλί. Το εκθαμβωτικό μπλε ελεκτρίκ φτέρωμά της με την πορτοκαλοκόκκινη αντίθεση στο στήθος της δημιουργούν μοναδικό θέαμα.
Όταν βλέπει κάποιος μια Αλκυόνη να φτερουγίζει πάνω από το νερό, τον εντυπωσιάζουν τα φωτεινά χρώματά της. Ωστόσο, την παρουσία της την κάνει αισθητή με τη φωνή της, ένα διαπεραστικό "ζεεε".
Ένας μεσαιωνικός μύθος της Βόρειας Ευρώπης λέει ότι το χρώμα της Αλκυόνης ήταν στην αρχή γκρίζο.
Όμως όταν έγινε ο βιβλικός κατακλυσμός, πέταξε κατευθείαν ψηλά στον ουρανό για να μπορέσει να παρατηρήσει τα νερά. Πετώντας όμως τόσο κοντά στον ήλιο το στήθος της τσουρουφλίστηκε και έγινε κόκκινο από τις ακτίνες του και η ράχη της έγινε μπλε από το χρώμα του ουρανού. 
Παρά τα χρώματά της, η Αλκυόνη δεν διακρίνεται εύκολα στο φυσικό της περιβάλλον. Πρόκειται για ένα μικρό πουλί που αναπαράγεται σε περιοχές με ρυάκια με γλυκό νερό και βλάστηση στις όχθες τους. 

Σκάβει βαθιές τρύπες στις όχθες ποταμών για την φωλιά του. Βουτάει στο νερό από κάποιο εμφανές σημείο ή μετά από ένα σύντομο φτερούγισμα επί τόπου. Πιάνει ψαράκια με το ράμφος του. Το πέταγμά του είναι πολύ γρήγορο, σε ευθεία γραμμή, χαμηλά πάνω από το νερό.
Η Αλκυόνη, το σημερινό ψαροπούλι με τα όμορφα φτερά σύμφωνα με τον πανάρχαιο μύθο μας, ήταν κάποτε μια χαρούμενη και ευτυχισμένη γυναίκα, κόρη του Θεού των ανέμων, του Αιόλου -που ζούσε στ' ακρογιάλια της θάλασσας με τον άντρα της Κήυκα και αλληλοαποκαλούνταν Ζευς και Ηρα. Για την ασέβειά τους όμως αυτή προς τον Δία οργίστηκε τόσο πολύ ο πρώτος των Θεών και μεταμόρφωσε τον Κήυκα σε όρνιο.

Ξετρελαμένη τότε η δύστυχη γυναίκα, έτρεχε από δω και από κει στις ερημιές στις βαλτώδεις εκβολές των ποταμιών και μέσα στις πυκνές τους καλαμιές, για να βρει τον αγαπημένο της Κήυκα. Οπότε, οι θεοί του Ολύμπου την λυπήθηκαν και την μεταμόρφωσαν και αυτήν σε πουλί, τη γνωστή μας Αλκυόνη, για να ψάχνει και στις θάλασσες μήπως εκεί βρει το χαμένο της άντρα. Ωστόσο όμως η δυστυχία εξακολουθούσε να την συντροφεύει, γιατί αντίθετα από τ' άλλα πουλιά που γεννούν και κλωσούν τ' αυγά τους την άνοιξη αυτή γεννάει μέσα στη βαρυχειμωνιά, οπότε μανιασμένα τα κύματα της θάλασσας τέτοιον καιρό, την άρπαξαν αυγά και πουλιά κάνοντάς την να κλαίει σπαραχτικά.

Οι Θεοί που τόσο σκληρά είχαν τιμωρήσει την κόρη του Αιόλου, διέταξαν τότε τη θάλασσα και τους ανέμους να ησυχάσουν, να γίνει καλοκαιρία για δυο εβδομάδες, για όσες ημέρες η Αλκυόνη κλωσά τα αυγά της ("αλκυονίδες μέρες").

Μια τέτοια ωραία και ποιητική ερμηνεία δόθηκε από τον πανάρχαιο αυτόν ελληνικό μύθο για την καλοκαιρινή αυτή παρεμβολή μέσα στην καρδιά του χειμώνα, που δεν έχει βέβαια καμιά σχέση με τη σημερινή επιστημονική εξήγηση του φαινομένου αυτού. Ο μύθος μιλάει για την απέραντη συζυγική αγάπη και την τρυφερή στοργή της γυναίκας, ενώ η μετεωρολογική υπηρεσία μιλάει για εξίσωση των βαρομετρικών πιέσεων μεταξύ της νοτίου και βορείου Ευρώπης.

Για τη συζυγική πίστη των Αλκυόνων ασχολήθηκε ο Πλούταρχος που αφηγείται ότι αν ο σύζυγος της Αλκυόνης γεράσει και δεν μπορεί να πετάξει, τότε η θηλυκιά Αλκυόνη τον παίρνει στους ώμους και τον φέρνει πάντοτε μαζί της, τον ταΐζει και τον περιποιείται ως το θάνατο.(Πηγή:
http://www.valentine.gr/alkyoni_gr.php)
Τα παιδιά εικονογράφησαν το μύθο της Αλκυόνης, φτιάχνοντας κόμιξ.