Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραμύθι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραμύθι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 3 Μαρτίου 2017

Το δέντρο που ήθελε να ταξιδέψει
(η συνέχεια της ιστορίας)

Το δεντράκι ήταν απογοητευμένο γιατί το όνειρό του δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί. Άρχισε τότε να κλαίει απαρηγόρητο. Οι φίλες του οι δροσοσταλίδες ήταν αποφασισμένες να το βοηθήσουν.  Τότε κάτι παράξενο συνέβη: Ο ήλιος κρύφτηκε και άρχισε να βρέχει πολύ δυνατά. Ήτανε λες και οι δροσοσταλίδες όλου του κόσμου είχανε μαζευτεί, είχαν γίνει ένα πελώριο σύννεφο και άρχισαν να πέφτουν με ορμή πάνω στο μικρό δεντράκι.
Τότε σχηματίστηκε ένα άγριο ποτάμι, ένας χείμαρρος που ξερίζωσε το δέντρο μας και το πήρε μαζί του. Το δέντρο ταξίδευε σαν καράβι στο ποτάμι. Πήγε μακριά, πολύ μακριά, σχεδόν στην άκρη της Γης, πέρα από το αντικρινό βουνό.
Κάποτε έφτασε σε ένα όμορφο χωράφι και σταμάτησε. Οι ρίζες του απλώθηκαν στο αφράτο από τη βροχή χώμα. Αυτό έγινε το καινούριο του σπίτι. Εκεί έζησε την υπόλοιπη ζωή του. Όταν πια ήταν γέρικο, πολλά χρόνια μετά από την περιπέτειά  του, μίλαγε στα πουλάκια που ζούσαν στα κλαδιά του και έχτιζαν εκεί φωλιές. Ποτέ κανένα τους δεν πίστεψε πως το πεύκο είχε φτάσει εκεί από την άλλη άκρη της Γης.









Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2017

Η ιστορία του Αρλεκίνου


Μια φορά κι έναν καιρό στην πόλη με τις γόνδολες, τη Βενετία, ζούσε ένα φτωχό παιδάκι, ο Αρλεκίνος. Τις μέρες της Αποκριάς, στη Βενετία γιορτάζουν το καρναβάλι με παρελάσεις και γιορτές. Όλοι ντύνονται μασκαράδες και κρυμμένοι πίσω από τις μάσκες τους γλεντάνε μέχρι το πρωί.
Ο μικρός Αρλεκίνος, κάθε απόγευμα, καθόταν στο παράθυρο, έβλεπε τους γελαστούς μασκαράδες που περνούσαν παρέες παρέες κάτω από το σπίτι του και μερικές φορές ένα δάκρυ κυλούσε στο μαγουλάκι του.  Θυμόταν πώς ντυνόταν κι αυτός μασκαράς μαζί με τον πατέρα του και τη μητέρα του και κάνανε βόλτες στην πλατεία το Αγίου Μάρκου με τα περιστέρια.  Τώρα πια όλα ήταν διαφορετικά ! Ο πατέρας είχε πεθάνει και η καημένη η μητέρα του με μεγάλη δυσκολία κατάφερνε να πληρώνει τα έξοδά τους.  Σκούπιζε, λοιπόν, το δάκρυ του και χαιρετούσε τους γελαστούς μασκαράδες που του φώναζαν να κατέβει μαζί τους στο γλέντι.
Η μαμά του είδε το κρυφό δάκρυ του Αρλεκίνου και ανέβηκε στη σοφίτα αποφασισμένη να βρει κάτι, έστω κι ένα παλιό ρούχο, για να μασκαρέψει το λυπημένο παιδί της. Κάτι μικρά κουρελάκια από υφάσματα της έδωσαν την ιδία ! Τα μάζεψε όλα, πήρε τα ραφτικά της και δούλεψε  μέχρι το πρωί. Ένωσε τα μικρά κομματάκια, έκανε ένα μεγάλο πολύχρωμο πανί και μ’ αυτό έραψε μια φανταχτερή στολή, που άλλη δεν είχε ξαναγίνει !
Ξύπνησε χαρούμενη το Αρλεκίνο και τον έντυσε με τη στολή. Φούντωσε τα κατσαρά καστανά μαλλάκια του παιδιού και, σαν τελευταία πινελιά, άνοιξε δυο τρύπες με το ψαλίδι της σε μια μαύρη βελούδινη λωρίδα και την έδεσε στα μάτια του παιδιού για μάσκα ! Το αποτέλεσμα ήταν θαυμάσιο !
Ευτυχισμένος ο Αρλεκίνος, με τα δάκρυα απ’ τα παράπονα να λάμπουν στα ματάκια του, έδωσε ένα σκαστό φιλί στη μανούλα του και έτρεξε στην πλατεία.
Τα πυροτεχνήματα έλαμπαν στον ουρανό και τα παιδιά μάζευαν καραμέλες και σοκολάτες που  πετούσαν οι άρχοντες από τα μπαλκόνια.
Όταν έφτασε στην πλατεία ο Αρλεκίνος, όλοι θαύμαζαν τη φορεσιά του, κι εκείνος χαρούμενος άρχισε να χορεύει χωρίς να φανερώνει ποιος είναι.
Ποιος είσαι; τον ρωτούσαν πολλοί. Είσαι από τη Βενετία; Που αγόρασες αυτή τη θαυμάσια στολή;
Ο Αρλεκίνος χαμογελούσε και κρατούσε καλά φυλαγμένο το μυστικό του, ώσπου μια κοπελίτσα τού άρπαξε τη μάσκα.
Είναι ο Αρλεκίνος ! φώναξαν κάποιοι ξένοι. Αυτός είναι ο βασιλιάς του καρνάβαλου, φώναξαν όλοι μαζί και του πρόσφεραν φρούτα και γλυκά χορεύοντας χαρούμενοι γύρω του.
Ο Αρλεκίνος χόρεψε ξέφρενα όλη νύχτα και το πρωί γύρισε στο σπίτι του φορτωμένος με γλυκά.
Ένας χρόνος πέρασε.  Την επόμενη χρονιά, μόλις πλησίαζε η Αποκριά, όλοι έτρεξαν στη μητέρα του Αρλεκίνου και πλήρωναν όσο όσο για να ράψουν μια πολύχρωμη φορεσιά αρλεκίνου!

Το μαγικό ξόρκι της Αποκριάς

Σε μια χώρα μακρινή, στη χώρα του ΖήσεΓέλα, ετοιμάζονται όλοι να υποδεχτούν την Αποκριά. Το Κάστρο των γιορτών ετοιμάστηκε, στολίστηκε με τα πολύχρωμα σημαιάκια του και άνοιξε τις βαριές ξύλινες πόρτες του για να καλωσορίσει μασκαράδες από όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης.
Μέρες τώρα οι πιο ξακουστοί ζαχαροπλάστες και οι πιο προκομμένες μαγείρισσες ετοιμάζουν ζαχαρωτά και λιχουδιές που όμοιά τους κανείς δεν έχει ξαναφάει! Κατασκευαστές του περίφημου χυμού από μούρα και σταφύλι γεμίζουν τις τεράστιες γυάλινες κανάτες που θα κρατήσουν φρέσκο και δροσερό τον χυμό του Καρναβαλιού. Ξυλοπόδαροι, ακροβάτες, θεατρίνοι, σχοινοβάτες, τροβαδούροι, μουζικάντηδες φθάνουν από στιγμή σε στιγμή με σκοπό να διασκεδάσουν και τον πιο απαιτητικό μασκαρά. Άλλωστε ποιος δεν θέλει να έρθει σε τούτη τη μαγική χώρα.
Και μάλιστα μέσα στην Αποκριά! Ποιος δεν θέλει να γνωρίσει τη χώρα του Ζήσε Γέλα! Εκεί όπου όλοι γελούν, τραγουδούν και προπαντός ζουν μονοιασμένοι κι αγαπημένοι. Δίχως διαφορές και τσακωμούς… Δίχως γκρίνιες και καημούς…
Όμως, τώρα τελευταία, μια επίμονη και δυνατή γκρίνια έχει σκεπάσει τον καθαρό ουρανό της ΖήσεΓέλα. Μια γκρίνια τόσο δυνατή που όπου και να σταθείς στη χώρα ακούς όλους τους μεγάλους να γκρινιάζουν. Θαρρείς και κάποιος την έστειλε επίτηδες μέσα στις μέρες του Καρναβαλιού. Γκρίνια από δω! Γκρίνια από κει! Ακόμα και οι ήσυχες γιαγιούλες της γειτονιάς γκρινιάζουν για το καθετί.
«Οι βελόνες μου σκούριασαν! Πώς θα ράψω τη στολή του εγγονού μου;», γκρίνιαζε η μία… «Δεν μου αρέσει καθόλου αυτό το ύφασμα. Δεν θα επιτρέψω ποτέ στην εγγονή μου να ντυθεί βασίλισσα του φεγγαριού», γκρίνιαζε η άλλη…
Αν πεις για τις μαμάδες, γκρίνιαζαν κι αυτές τόσο επίμονα που τα παιδιά έκλειναν τα αυτιά τους για να μην τις ακούν.
«Το Καρναβάλι είναι ό, τι πιο βαρετό υπάρχει. Δεν χρειάζεται να ντυθείς μασκαράς», γκρίνιαζε η μαμά του Πέτρου.
«Δεν μου αρέσει το κομφετί! Πέφτει σε όλο το σπίτι σαν σμήνος από ακρίδες!», γκρίνιαζε η μαμά της Ελένης. Η γκρίνια όλο και απλωνόταν στους παππούδες, στους μπαμπάδες, στις δασκάλες, στον γιατρό, στον μανάβη, στον φούρναρη, στον ταχυδρόμο… Παντού γκρίνια!
Τα παιδιά δεν έχασαν καιρό κι έτσι αποφάσισαν να ζητήσουν βοήθεια από τον Πολύχρωμο Πιερότο, τον μεγαλύτερο και σπουδαιότερο διοργανωτή του Καρναβαλιού. Ο Πολύχρωμος Πιερότος μόλις έμαθε τα κατορθώματα της γκρίνιας και την αγωνία των παιδιών έτρεξε αμέσως κοντά τους. Η άφιξή του εντυπωσιακή. Τα μαλλιά του χρυσά σαν το στάχυ, το πρόσωπό του μακιγιαρισμένο με ένα πλατύ χαμόγελο και η στολή του τυλιγμένη με τα πιο έντονα χρώματα της Αποκριάς. Δεν πρόλαβε να πατήσει το πόδι του και τα παιδιά αναστατωμένα χαλούσαν τον κόσμο με τις φωνές τους.
«Σκούρα τα πράγματα», είπε λυπημένη η μικρή Δάφνη.
«Κοντεύουμε να χάσουμε το Καρναβάλι…», πρόσθεσε ο μικρός Στέφανος.
«Η μαμά μου έκρυψε τη στολή του Ινδιάνου!», φώναξε έξαλλος ο Μάρκος.
Ο Πιερότος άκουγε με υπομονή τα παράπονα των παιδιών και με αυστηρό τόνο στην φωνή τους είπε:
«Παιδιά! Έχετε καταλάβει τι κάνετε; Έχετε καταλάβει ότι κι εσείς τώρα γκρινιάζετε; Δώστε τα χέρια κι ελάτε να βρούμε μια λύση!».
Πόσο δίκιο είχε! Τα προβλήματα των μεγάλων έγιναν τώρα και προβλήματα των μικρών. Έπρεπε να βρεθεί γρήγορα μια λύση αλλιώς η χώρα του ΖήσεΓέλα θα γινόταν σύντομα η χώρα της ΚακιάςΓκρίνιας!
«Και πώς θα βρούμε λύση;», αναρωτήθηκε ο μικρός Αλέξης.
«Πρώτα πρώτα θα πρέπει να μη νιώθετε αδύναμοι. Να σταθείτε καλά στα πόδια σας, να δώσετε τα χέρια και τότε να πείτε το μαγικό ξόρκι».
«Ποιο μαγικό ξόρκι;», φώναξαν όλα τα παιδιά μαζί.
«Το μαγικό ξόρκι της Αποκριάς!», απάντησε δυναμικά ο Πιερότος και συνέχισε:
«Όμως, για να γίνει αυτό πρέπει να πιστέψετε πρώτα στον εαυτό σας. Αλλιώς το μαγικό ξόρκι δεν θα πιάσει ποτέ!».
Τα παιδιά ακολούθησαν τις συμβουλές του Πιερότου και με ορμή σηκώθηκαν όρθια σχηματίζοντας έναν κύκλο. Έδεσαν τα χέρια σφιχτά κι έτσι ξεκίνησαν να λένε το μαγικό ξόρκι. Έμοιαζε με ένα τραγούδι αγάπης.
Το τραγούδι εκείνο που θα έδιωχνε την γκρίνια και θα έφερνε πάλι την αισιοδοξία στη χώρα του ΖήσεΓέλα.
Χαμόγελο χαρίζω
αγάπη τραγουδώ
την γκρίνια εγώ ξορκίζω
να φύγει από δω.
Να φύγει από τη χώρα
που ξέρει να γελά
για να χαρούμε όλοι
την τρελή Αποκριά.
Τρεις φορές ήταν αρκετές για να πιάσει το μαγικό ξόρκι. Ο Πολύχρωμος Πιερότος χοροπηδούσε από χαρά όταν ξαφνικά σε όλη τη χώρα ακούστηκαν γέλια και χαρές. Φωνές αλλιώτικες, αισιόδοξες και γιορτινές. Οι μεγάλοι πέταξαν επιτέλους από πάνω τους την γκρίνια κι έπεσαν με τα μούτρα στη δουλειά για τη μεγάλη γιορτή. Τα παιδιά, ντυμένα πια στις αποκριάτικες στολές τους, σκόρπισαν σερπαντίνες και κομφετί σε κάθε γωνιά της χώρας.
Το Καρναβάλι αρχίζει!
Το μαγικό ξόρκι της Αποκριάς κερδίζει!
Τα παιδιά ξέρουν πια πως με πείσμα, χαμόγελο κι αγάπη κερδίζονται τα πάντα.
Γιατί τα παιδιά είναι οι νικητές του Καρναβαλιού!
ΜΑΡΩ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ
(Περιοδικό Παράθυρο στην Εκπαίδευση του Παιδιού, τεύχος 85)
αναδημοσίευση από το blog Ηλιαχτίδες της συγγραφέως Γιώτας Κοτσαύτη

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2017

ΚΟΥΤΣΟΦΛΕΒΑΡΟΣ

Ο Κουτσοφλέβαρος


Μια φορά κι έναν καιρό σε μια τεράστια σπηλιά ζούσαν οι δώδεκα μήνες τρώγοντας, πίνοντας και περιμένοντας ώσπου να έρθει η σειρά του καθενός. Μέσα στη σπηλιά είχαν βάλει ένα βαρέλι γεμάτο με κρασί κι όταν ήρθε η ώρα να το πιουν άνοιξε ο καθένας από μια τρύπα κι έβαλε τη βρύση του. Ο Μάρτης έβαλε τη βρύση του όσο πιο χαμηλά μπορούσε. Οι άλλοι μήνες τον κορόιδευαν πως έτσι θα πιει τα κατακάθια, αλλά αυτός χαμογελούσε πονηρά. Είχε το σκοπό του.
Έτσι περνούσαν οι μέρες και οι νύχτες και οι μήνες διασκέδαζαν πίνοντας από λίγο κρασί τη φορά προσεχτικά για να μην τους τελειώσει γρήγορα. Μια μέρα όμως που έλειπαν οι άλλοι μήνες, ο Μάρτης άνοιξε τη βρύση του και ρούφηξε όλο το κρασί. Όταν επέστρεψαν οι υπόλοιποι μήνες έτρεξαν διψασμένοι προς το βαρέλι.
-Μάρτη, φέρε μας κρασί φώναξε ο Θεριστής που φορούσε ψάθινο καπέλο και στο χέρι του κρατούσε ένα δρεπάνι.
-Ναι, ναι κρασί, φώναξαν και οι άλλοι μήνες.
-Μα δεν τα μάθατε; φώναξε γελώντας ο Νοέμβρης.
-Τι να μάθουμε; ρώτησε ο Αλωνάρης που το κεφάλι του ήταν ξερό και άγονο σαν το αλώνι.
-Ο Μάρτης ξαναπαντρεύτηκε και τώρα έχει δυο γυναίκες, μια όμορφη και φτωχιά και μια άσχημη και πλούσια. Όταν είναι με την όμορφη ο καιρός είναι καλός ,ενώ όταν είναι με την άσχημη βρέχει και χιονίζει…
Ο Απρίλης που ήταν ο πιο όμορφος από όλους τους μήνες γελούσε. Γελούσε γιατί σε λίγες μέρες θα τελείωναν οι μέρες του Μάρτη και θα ερχόταν η σειρά του.
-Κρασί, κρασί ακούστηκε τότε η φωνή του Φλεβάρη. Τι μας νοιάζει εμάς τι κάνει ο Μάρτης με τις γυναίκες του; Κι έτρεξαν όλοι στο βαρέλι. 
Εκεί όμως βρήκαν το Μάρτη ξαπλωμένο, με τη μακριά του φουστανέλα μούσκεμα από το κρασί! Οι άλλοι μήνες άρχισαν να γελάνε μόλις όμως άνοιξαν τη βρύση τους να πιουν τίποτα! το στόμα τους γέμισε αέρα. Τότε κατάλαβαν πως ο Μάρτης τους ήπιε όλο το κρασί από το βαρέλι και θυμωμένοι άρχισαν να τον βαράνε με κλοτσιές και μπουνιές. Τον έκαναν μαύρο από το ξύλο. Όμως ο Μάρτης είναι ο πιο δυνατός από όλους τους μήνες και τον φοβούνται ακόμα και οι άνθρωποι, και πιο πολύ η γριά Γαλανή.
-Φύλα ξύλα για το Μάρτη να μην κάψεις τα παλούκια έλεγε.

Η γριά Γαλανή είχε δέκα κατσίκες και έλπιζε να κάνουν κατσικάκια, να τα πουλήσει ώστε να μπορέσει να ζήσει. Έτσι κι έγινε. Οι κατσίκες γέννησαν και τα κατσικάκια χοροπηδούσαν χαρούμενα. Κι ενώ ο Μάρτης έφτανε στο τέλος του, βροντές ηχούσαν στον αέρα κι ένα παγωμένο χαλάζι χτύπησε την καημένη γριούλα στο πρόσωπο την ώρα που έτρεξε να περιμαζέψει τα κατσικάκια στο μαντρί.
       -Στα κομμάτια να πας, παλιό- Μάρτη, είπε. Δε σε έχω πια ανάγκη, σε λίγο έρχεται ο καλός και ζεστός Απρίλης, φώναξε η γριά Γαλανή.
Όμως ο Μάρτης την άκουσε, θύμωσε πολύ κι αποφάσισε να την τιμωρήσει. Έτσι όταν τον επισκέφτηκε ο ήρεμος και καλός Φλεβάρης για να του ζητήσει συγνώμη για το ξύλο που του έριξε μαζί με τους άλλους μήνες, ο Μάρτης έκανε πως το είχε ξεχάσει. Είχε το σχέδιό του. Κέρασε με κρασί τον Φλεβάρη κι όταν τον ζάλισε καλά καλά του είπε:
-Ξέρεις Φλεβάρη, σήμερα τελειώνει η σειρά μου και αύριο έρχεται η σειρά του Απρίλη. 
Ο Φλεβάρης θύμωσε γιατί δεν συμπαθούσε καθόλου τον Απρίλη που ήταν όμορφος με ξανθά μαλλιά και όλα τα  κορίτσια ήταν ερωτευμένα μαζί του.
-Λέω να τον κάνουμε να σκάσει από το κακό του, είπε ο Μάρτης. Να μου δανείσεις δυο μέρες σου, τις χειρότερες με βροχή και χαλάζι.
-Στις δίνω είπε ο Φλεβάρης μουδιασμένος μιας και οι μήνες δε δίνουν εύκολα τις μέρες τους.

Κι έτσι η γριά Γαλανή εκεί που περίμενε να έρθει ο Απρίλης, έπεσε τέτοιο χαλάζι που δεν έμεινε τίποτα όρθιο. Δεν είχε που να κρυφτεί…
Ο Μάρτης, όταν η καταστροφή τελείωσε, γύρισε στη σπηλιά. Τον είδε ο Φλεβάρης και του ζήτησε πίσω τις δύο του μέρες.
-Ποιες μέρες, είπε αυτός. Αυτές είναι οι μέρες της γριάς. 
Κι έτσι έμεινε ο Φλεβάρης με εικοσιοχτώ μέρες μόνο, γι’αυτό και τον λένε Κουτσοφλέβαρο

Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2014

Φτιάξε καρδιά μου το δικό σου παραμύθι




Αυτή την εβδομάδα ασχοληθήκαμε με το παραμύθι.Ακούσαμε, διαβάσαμε, παρακολουθήσαμε, γράψαμε και εικονογραφήσαμε το δικό μας παραμύθι.

Αυτό είναι το βιβλίο που διαβάσαμε: 
Παρακολουθήσαμε το παραμύθι "Το μαγικό σπιρτόκουτο"
Πατώντας στον παρακάτω σύνδεσμο μπορείτε να μεταβείτε σε μια ιστοσελίδα αφιερωμένη στα παραμύθια για μικρούς και μεγάλους.

Τέλος φτιάξαμε και εικονογραφήσαμε ένα παραμύθι σύμφωνα με τις οδηγίες του βιβλίου σελ.68 και δημιουργήσαμε μαζί μια παρουσίαση.